Blackfoot

Οι φωτογραφίες ξεγελούν, οι Ινδιάνοι των Πεδιάδων της Βόρειας Αμερικής έζησαν για χιλιάδες χρόνια χωρίς άλογα.  Ειδικότερα οι νομάδες Ινδιάνοι Blackfoot  ήταν γνωστοί για τις σπουδαίες ικανότητές τους στο κυνήγι του τεράστιου βούβαλου πολύ πριν χτιστούν οι πρώτες πυραμίδες στην Αίγυπτο.  Ήταν μετά την εισαγωγή το 1730 ενός ζώου που ονομάστηκε "τάρανδος-άλογο" για το μεγάλο μέγεθός του, που οι φυλές Blackfoot έγιναν φημισμένες για τις ικανότητές τους με τα άλογα και συνέχισαν την κυριαρχία τους στα γειτονικά γκρουπ των Ιθαγενών Αμερικάνων καθώς εξωθούνταν δυτικά προς τα βουνά Rocky.  Είχαν τη φήμη άγριων πολεμιστών και μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα έλεγχαν μια τεράστια περιοχή που εκτεινόταν από το βόρειο Saskatchewan έως τα πιο νότια νερά του Missouri.

Ήταν επίσης γνωστοί σαν η δυνατότερη και η πιο επιθετική στρατιωτική δύναμη στις βορειοδυτικές πεδιάδες, εμποδίζοντας τους λευκούς, τους οποίους θεωρούσαν λαθροθήρες, να σφετεριστούν τη γη τους και τους φυσικούς τους πόρους για ένα τέταρτο του αιώνα ("Blackfoot"  Britannica Online).  Αλλά το τέλος του 19ου αιώνα βρήκε ένα πληθυσμό αποδεκατισμένο από την σχεδόν πλήρη εξαφάνιση του βούβαλου και από τις επαναλαμβανόμενες επιδημίες ευλογιάς και ιλαράς.  Και αν και ακόμα βασίζονταν στη γη, οι εναπομείναντες εξαναγκάσθηκαν να κινηθούν σε καταυλισμούς από την πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών και τοποθετήθηκαν τυφλά σε ένα τρόπο ζωής που του έλειπε η κοινωνική συνεκτικότητα και κατέληξε στην αποδυνάμωση των θεσμών των ιθαγενών και των πολιτιστικών πρακτικών.

Οι Ινδιάνοι Blackfoot της Alberta και της Montana χωρίστηκαν σε τρεις στενά συνδεδεμένες φυλές που μιλούσαν Algonkian: τους Piegan, τους Blood και τους  Siksika, ή τους καθαυτό Blackfoot.  Το όνομα Blackfoot πιστεύεται ότι προήρθε από την αλλαγή χρώματος των μοκασσινιών από τις στάχτες.  Ήταν τυπικοί Ινδιάνοι των πεδιάδων στο ότι ήταν νομαδικοί κυνηγοί-συγκεντρωτές που ζούσαν σε σκηνές  (tepees) και επιβίωναν κυρίως από τα βουβάλια, οι ξεχωριστές ομάδες μάλιστα περιπλανιόντουσαν πεζοί για να ακολουθούν τα κοπάδια (Martin 1996).  Άλλα ζώα όπως τα ελάφια και τα μικρά θηράματα συνέβαλαν στη διατροφή, όπως και τα λαχανικά που μάζευαν.  Τα ψάρια ήταν άφθονα αν και τρώγονταν μόνο σε εποχές μεγάλης ανάγκης, όπως όταν τα βουβάλια ήταν σπάνια.

Ένα κανονικού μεγέθους βουβάλι έδινε μεγάλη ποσότητα κρέατος, περίπου 700 κιλά.  Όταν ήταν φρέσκο το έψηναν σε σούβλα, ή το έβραζαν μέσα σε προβιά προσθέτοντας καυτές πέτρες από τη φωτιά για να φτιάξουν μια πλούσια σούπα.  Το υπόλοιπο κρέας ή κοβόταν σε λεπτές φέτες και ξεραινόταν στον ήλιο για να γίνει παστό, ή γινόταν «pemmican», μια τροφή πλούσια σε πρωτεΐνη που αποτελείτο από ξεραμένο κρέας που το έκαναν σκόνη και το ανακάτευαν με λειωμένο λίπος βούβαλου και μούρα.  Και τις δύο τροφές τις έβαζαν σε σάκους από σκοινί και έμεναν φαγώσιμες για χρόνια. Σχεδόν τίποτα από το βουβάλι δεν πετιόταν. Τα κόκαλα μετατρέπονταν σε εργαλεία και τα κέρατα γίνονταν δοχεία, τα νεύρα χρησιμοποιούνταν σα κλωστή και το δασύτριχο τρίχωμα πλεκόταν σε καπίστρια.  Οι οπλές γίνονταν κουδουνίστρες ή βράζονταν για να φτιάξουν κόλλα.  Τα τομάρια του ζώου προμήθευαν στους Ινδιάνους τα περισσότερα ρούχα τους ενώ ράβοντάς τα μεταξύ τους έφτιαχναν τα καλύμματα των σκηνών (Ottawa 1996).

Οι γυναίκες ειδικεύονταν στη βυρσοδεψία των δερμάτων, μια μακρόχρονη και κουραστική διαδικασία. Αυτή η διαδικασία θεωρείτο τόσο σπουδαία που κάθε γυναίκα κρινόταν σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα και την ποσότητα των δερμάτων που έφτιαχνε. Ακόμα και η απλή επεξεργασία για το φτιάξιμο των μοκασσινιών ήταν μια εξαντλητική διαδικασία που απαιτούσε και οι δύο μεριές του δέρματος να ξυθούν μέχρι να λειανθούν τελείως, το μαλακό δέρμα χρειαζόταν μια βδομάδα για να παρασκευασθεί.  Οι γυναίκες έφτιαχναν και τις σκηνές, και γι αυτό είχαν και την ιδιοκτησία τους. Επιπρόσθετα από την παρασκευή κρεάτων και δέρματος οι γυναίκες έφτιαχναν όπλα, ασπίδες, εργαλεία, τύμπανα και πίπες, αν και οι άντρες ήταν οι πρωταρχικοί κυνηγοί (Ottawa 1996).

Οι στρατιωτικοί σύλλογοι είχαν τη σημαντική λειτουργία της αστυνόμευσης και της ρύθμισης της ζωής στην κατασκήνωση καθώς και την οργάνωση της άμυνας.  Αυτοί οι στρατιωτικοί σύλλογοι των Blackfoot, γνωστοί σαν «aiinikiks», ή «All-Comrades», είχαν ιδιότητα μέλους μόνο με αγορά και η προώθηση στους διάφορους συλλόγους γινόταν με διαβαθμίσεις ηλικίας. Ένας άντρας μπορούσε να πουλήσει την ιδιότητα μέλους σε ένα νεαρότερο άντρα και μετά να αγοράσει την ιδιότητα μέλους ενός μεγαλύτερου σε ένα άλλο κατάλληλο σύλλογο κάθε τέσσερα χρόνια. Η διαβάθμιση ηλικίας στους συλλόγους των αντρών ήταν μια αρχή για οργάνωση μεταξύ των εθιμοτυπικών γκρουπ, που διαφορετικά θα τους έλειπε η κοινωνική διαστρωμάτωση εξαιτίας της απουσίας του καταμερισμού εργασίας ή άλλης οικονομικής ανισότητας.  Κάθε σύλλογος είχε το δικό του ξεχωριστό τραγούδι και χορό. Τα μέλη των συλλόγων Blackfoot φορούσαν καπέλα φτιαγμένα από τα άσπρα χειμωνιάτικα δέρματα των κουναβιών, το γεμάτο με φτερά καπέλο φοριόταν μόνο από λίγους σημαντικούς αρχηγούς των Sioux. Άσπρα φτερά αετού με αιχμηρές, μαύρες κορυφές ήταν πολυτίμητα και, όταν φοριόνταν στα μαλλιά, συμβόλιζαν πράξεις γενναιότητας.

Κάθε φυλή Blackfoot ήταν χωρισμένη σε αρκετές κυνηγετικές ομάδες που οδηγούνταν από ένα ή περισσότερους αρχηγούς και αρκετούς συμβούλους. Η ιδιότητα μέλους της ομάδας ήταν αρκετά ρευστή και η αρχηγία ήταν πολύ ανεπίσημη.  Η επιτυχία στον πόλεμο και η τελετουργική εμπειρία ήταν τα προσόντα για την αρχηγία, και όσο ο επικεφαλής έδινε προνόμια στους ανθρώπους του θα έμεναν μαζί του.  Αλλά αν η γενναιοδωρία του χαλάρωνε τα μέλη ήταν ελεύθερα να φύγουν. Οι ομάδες ξεχειμώνιαζαν ξεχωριστά σε κοιλάδες με ποτάμια και συγκεντρωνόντουσαν κάθε καλοκαίρι για να παρακολουθήσουν το Sun Dance.  Υπήρχε επίσης ένας αρχηγός για καθεμιά από τις τρεις γεωγραφικές φυλές: τους Piegan, τους Blood, και τους Blackfoot. Ο πρωταρχικός του σκοπός ήταν να συγκαλεί συμβούλια για να συζητά θέματα σημαντικά για το γκρουπ.

 

Φυλές